Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

The Day The Sun Died


A Dead Heart in a Dead World



Λογικά όποιος ασχολείται με νέα από τον
metal κόσμο την είδηση την έχει μάθει, οπότε δεν έχει νόημα να επαναλάβω πράγματα. Ο τεράστιος Warrel Dane, πλέον δεν βρίσκεται στον ίδιο κόσμο με εμάς τους κοινούς θνητούς. Ίσως πήγε στην νοτιότερη ακτή ή στο ανώτερο στρώμα που αναζητούσε, συνοδευόμενος από μια άμορφη κενότητα. Ο λόγος που εκμεταλλεύομαι τον χώρο που μου προσφέρει το διαδίκτυο δεν είναι για να γράψω μια ξεχωριστή ιστορία η να ευχηθώ ανάπαυση στην ταλαιπωρημένη του ψυχή. Ο Wally, ας μου επιτρέψει να τον προσφωνήσω έτσι, παραήταν σημαντικός για τον σχηματισμό μου σαν άτομο, τόσο στα γούστα μου στην μουσική όσο και πέρα από αυτή. Αυτό το κείμενο τον ευχαριστεί για όσα μου έχει προσφέρει, χωρίς καν να το ξέρει.

Ήμουν μικρός όταν άκουγα
Maiden, Dio τα πολύ βασικά και κλασικά. Με κάποιο τρόπο πέρασα στους Megadeth, δεν άκουγα καν τότε Metallica. Κάποια στιγμή, αναζητώντας μικρός και άμαθος πράγματα για τους Megadeth και τον ΜegaDave, έπεσα πάνω στους Sanctuary. Ο τρελάρας Mustaine, είχε αναλάβει την παραγωγή του, και συμμετείχε στα σόλο της διασκευής του White Rabbit(Jefferson Airplane).Αποφάσισα να πατήσω play. Και τότε με χτύπησε. Η μουσική ήταν επιθετική, ανάμεσα σε thrash και πιο σκοτεινό power, αλλά μια φωνή έφτανε σε σημεία που δεν πίστευα, εγώ τότε πιτσιρικάς ότι γινόταν. Η άμπαλη σύγκριση μου ήταν με τον Αxl Rose.

Το
Refuge Denied, το έμαθα απ΄έξω και ανακατωτά, μέχρι που αναζητώντας παραπάνω για αυτό τον περίεργο τυπά με την εξωγήινη φωνή, έμαθα ότι συνέχισε μετά τους Sanctuary με τους Nevermore. Πρώτο κομμάτι που επέλεξα να ακούσω λόγω του μαγευτικού του τίτλου ήταν το Τhe River Dragon Has Come. Και εκεί άνοιξαν οι ουρανοί. Και μια φωνή ακούστηκε, καλως ήρθες. Ήταν αυτή η γέφυρα στο πιο σκληρό μέταλ, ήταν οι κιθάρες και οι μελωδίες τα ριφφ, τα σόλο που χαράχτηκαν στο dna μου. Αλλά πάνω απ’όλα ήταν οι ερμηνείες. Πιτσιρικάς έφηβος σχεδόν, ήμουν εκτεθειμένος σε ψυχωτικές παρανοικές ερμηνείες που δεν δέχονταν κανένα συμβιβασμό, που οποιοδήποτε συναίθημα επέλεγαν να μεταφράσουν σε μουσική, θα το κάνανε 3 φορές πιο έντονα απ’ όσο πίστευα ότι μπορούσα να νιώσω. Και πάντα συνοδεύονταν από αυτούς τους στίχους.

Οι στίχοι των
Nevermore, ήταν κάτι σαν αποκάλυψη. Ακόμα και το πρώτο κομμάτι που άκουσα, ο δράκος του ποταμού, έκρυβε καυστικότατες οικολογικές ανησυχίες που μέχρι και σήμερα ακόμη και στην χώρα μας βιώνουμε επίπονα. Από τους τρομερούς πολιτικούς του στίχους, ορθολογικούς, παθιασμένους ισοπεδωτικούς, σαν matra που μπορείς να τα ακούσεις και μετά να θές να λαμπαδιάσεις το σύμπαν. Από την μακροχρόνια διαλεκτική του διαφωνία με το θείο, με την δυστοπία της επιστήμης και τον επιστημονικο ορθολόγισμό, μέχρι τα πιο ανθρώπινα συναισθήματα. Ο Dane, είχε την ικανότητα να έχει πολλά πρόσωπα. Κάτι σαν τις 7 γλώσσες του θεού, που του μιλούσαν μέσα από αρχαίο DNA. Ένα από αυτά τα πρόσωπα, ήταν αυτά που επέλεγε να φανερώσει στις ήρεμες στιγμές των Νevermore, στις μπαλάντες τους.

Πάντα ήθελε να εκφράσει κάθε συναίσθημα στο φουλ, και αυτές όχι απλά δεν ήταν εξαίρεση αλλά ήταν η πραγματική ομορφιά και δύναμη του. Στίχοι που σε λύγιζαν σε γονάτιζαν με δάκρυα στα μάτια, που ήταν τόσο όμορφοι, μελοδραματικοί με την μόνη φορά που μπορεί αυτή η έννοια να είναι θετική, λυτρωτικοί. Λυτρωτικοί γιατί δεν ήταν ευχάριστοι, ονειροπαρμένοι, λυτρωτικοί γιατί  μετουσιώνανε σε λέξεις τις πιο σκοτεινές και βαθιά κρυμμένες πτυχές του ψυχισμού μας. Εκτός εποχής αλλά ταυτόχρονα πάντα πιο επίκαιροι από κάθε άλλο ίσως μέταλ συγκρότημα της προηγούμενης δεκαετίας για εμένα.

Από το
river dragon, ύστερα άκουσα όλο το Dead Heart in a Dead World, και με τράβηξε σαν μαύρη τρύπα. Προσβάσιμο αλλά συνθετικά παντοδύναμο, χτυπούσε τόσα πολλά θέματα, το ζουμί όλο που ονομάζουμε Nevermore. Από το χιτάκι Believe In Nothing και ΑΞΕΠΕΡΑΣΤΟ Heart Collector, που θα με κάνει να κλαίω όποτε και αν το ακούσω, μέχρι την καλύτερη διασκευή που άκουσα ποτέ μου στο Sound Of Silence, και από το Inside 4 Walls, μέχρι το Νarcosynthesis και το ομότιτλο, μόνο κορυφές. Μετά για μένα τα πράγματα ήταν εύκολα. Άκουσα όλη την προηγούμενη δισκογραφία, φτάνοντας μέχρι και το αριστούργημα Into The Mirror Black των Sanctuary, που δεν το άκουσα ποτέ πριν γιατί μεσολάβησε το σοκ των Nevermore. Και μετά τα επόμενα albums, με το This Godless Endeavor να είναι μαζί με το Monotheist των Celtic Frost, το soundtrack όλης της εφηβικής ζωής μου. Ακόμα και τον Solo δίσκο του λάτρεψα, γιατί ποτε και πουθενά δεν έκανε έκπτωση στις ερμηνείες του, ούτε στους στίχους του. Και μετά ανακοινώθηκε νέος δίσκος, ο πρώτος που θα ζούσα σε πραγματικό χρόνο την έκδοσή του.The Obsidian Conspiracy.

Ανυπομονούσα, είχα πειστεί ότι θα ξαναδώ τίγκα μέταλ συνθέσεις, έπη, μπαλάντες, διαστημικό shredding από τον Jeff Loomis. Το αγόρασα έχοντας ακούσει μόνο το ομότιτλο, αγόρασα και το μπλουζάκι μου Nevermore. Τον έλιωσα, ταυτίστηκα με κάθε στίχο, κάθε νότα, δεν είναι ο καλύτερος τους, σίγουρα ο πιο προσιτός, διακρινόταν από την χαλιναγώγηση του κιθαριστικού τέρατος που λεγόταν Loomis, και την κυριαρχία του Dane, σχεδόν σε δικτατορικό βαθμό σε όλα.

Το 2010, ήταν δύσκολο για μένα, υπερβολικά πολύ, αλλά αυτό είναι κάτι που δεν ενδιαφέρει κανέναν από όσους θα διαβάσουν αυτή την ανάρτηση. Δύσκολα ήταν και άλλα έτη πιο πριν, και ακολούθησαν δύσκολες στιγμές με αποκορύφωμα την φετινή ίσως χρονιά. Ένα πράγμα δεν άλλαξε ποτέ όμως, σαν μια κοσμική σταθερά. Πως όποτε δεν ήμουν καλά ψυχολογικά, όποτε είχα ανάγκη για ένα στήριγμα, για μια κατανόηση, θα κατεύφευγα στους
Nevermore και τους Celtic Frost. Για να ξαναρχίσω από την αρχή, για να σηκωθώ αφού νιώσω πως κάποιος άνθρωπος που δεν με ξέρει, μπορεί να κατανοήσει το μέσα μου καλύτερα και από εμένα. Και κάθε φορά θα ανακάλυπτα την αγάπη μου και τον θαυμασμό μου ξανά και ξανά. ΟΙ ΝΜ διαλύθηκαν γιατί το δίπολο Dane Loomis έσπασε, και εγώ οργισμένος έκανα λογαριασμό πρώτη φορά στο ίντερνετ για να μιλήσω για το πόσο τους αγαπούσα, και ξεκίνησε η διαδικτυακή ασχολία μου να ανακαλύπτω την μουσική και να μιλάω για αυτή.

Δεν τον είδα ποτέ ζωντανά με κανένα σχήμα του, και είναι κάτι που θα με ακολουθεί λογικά για πάντα. Τον ευχαριστώ όμως. Τον ευχαριστώ για τις φορές που μου έδωσε δύναμη, που με παρακίνησε να μορφωθώ μέσα από τους στίχους του, που μου έδειξε πως είναι όμορφο να έχεις μια ευαίσθητη πλευρά, τον ευχαριστώ για τα τραγούδια τις στιγμές, τους στίχους το κοπάνημα. Γιατί όπως είχε πει, οι μνήμες είναι αυτό που μας συντροφεύει. Τον ευχαριστώ γιατί αν δεν ήταν αυτός δεν θα περνούσα λόγω
falsetto, από τους Sanctuary στον King Diamond. Δεν θα γνώριζα το US Power, και από εκεί το επικ. Γιατί από αυτόν έμαθα τους Death του Τεράστιου Schuldiner και κατ’ επέκταση χώθηκα στο ιδίωμα, που φήμες λένε ότι τον ήθελε να τραγουδήσει στον 1ο δίσκο των Control Denied, αλλά που λόγω προγράμματος δεν έγινε ποτέ. Σε ένα παιχνίδι της μοίρας, 16 χρόνια ακριβώς την ίδια μέρα, μετά τον θάνατο του Chuck, ο Dane πεθαίνει. Μια καταραμένη σύνδεση.

Τον ευχαριστώ γιατί μου έμαθε να πιστεύω όταν δεν μπορείς να πιστέψεις άλλο. Γιατί μου έμαθε πολλά και μου πυροδότησε αναζητήσεις για ακόμη περισσότερα. Και το 2017, μαζί με τον
Martin Eric Ain, παίρνει ακόμη έναν από αυτούς που η μουσική τους μου μιλούσε σε μεταφυσικό σχεδόν επίπεδο. Ήταν ο δικός μου ήρωας, και όσο το καλοσκέφτομαι, ο πυρήνας και η αρχή πολλών αγαπημένων μου ειδών/σχημάτων. Το σημαντικότερο πράγμα που μου προσέφερε όμως, είναι πως πίσω από την τραγική ιστορία του Dreaming Neon Black, μου έδωσε το παράδειγμα του να ξεπερνάω τα προβλήματα μου μέσω της δημιουργίας, Clear, Focused and Defined. Για τότε, για τώρα για πάντα.

Welcome to the end my friend, the sky has opened.


Υ.Γ.1.Δεν παραθέτω links, γιατί δεν ξέρω τι να διαλέξω. Όλα τα ΝΜ είναι για μένα τρομερά, άλλα λίγο, άλλα απολύτως κλασικά. Το ίδιο και για τους Sanctuary.  Nevermore to feel the pain.

Y.Γ.2. Lists are coming, υπομονή, ήταν περίεργη χρονιά.