Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Valerian and the City of a Thousand Planets (Film Review)


Παραδόξως το τελευταίο χρονικό διάστημα βλέπουμε πολλές ταινίες για τα στάνταρ μας. Και συνήθως οι ταινίες που βλέπουμε πέραν ελαχίστων εξαιρέσεων δεν κυκλοφόρησαν πρόσφατα , αλλά στην τελική μάλλον λίγη σημασία έχει. Σημασία έχει όταν δεις μια ταινία να είσαι σε mood και συγκεντρωμένος να μπεις στον κόσμο που σου παρουσιάζει. Μερικές ταινίες παρουσιάζουν όμως εκατοντάδες κόσμους, όπως είναι Ο Βαλέριαν και η πόλη με τους χίλιους πλανήτες. Βασισμένη στο Valerian and Laureline comic, η ταινία αυτή έφτασε στα αυτιά μας κυρίως λόγω του ότι μάλλον αποτελεί την ακριβότερη παραγωγή ευρωπαικού κινηματογράφου. Φυσικά η αισθητική της δεν απέχει από τα fantasy blockbusters του Hollywood, αλλά αυτό είναι κάτι που κάποιος σχετικός με το έργο του σκηνοθέτη Luc Besson θα περίμενε (εμείς πάντως δεν έχουμε εμβαθύνει τόσο στο έργο του, αλλά μια σχετική έρευνα πάντα βοηθάει).

                                   

Η εν λόγω ταινία λοιπόν, προσπαθεί να αφήσει το στίγμα της σαν μια φιλόδοξη προσπάθεια εκτός Αμερικής και να παρουσιάσει μια φρέσκια άποψη στο fantasy genre, δίνοντας επίσης αφορμή για τύπους σαν εμάς να γράφουμε βλακείες. Και η προσωπική μας βλακεία είναι πως η ταινία δεν το καταφέρνει. Οπτικοακουστικά είναι ένα υπερθέαμα, με το βάρος να πέφτει πάνω στα πολύχρωμα και τρομερά εφέ, στις λεπτομερείς αναπαραστάσεις τόσων διαφορετικών εξωγήινων ειδών ζωής και μάλλον αφήνει την αίσθηση πως κύριος στόχος των δημιουργών είναι να αφήσουν δυνατό στίγμα στην εικόνα. Η πρώτη σκηνή με μια διαδρομή δεκάδων ετών μέσω ενός μοντάζ που ντύνεται από το Space Oddity του Bowie,  ενώ γενικά προδιαθέτει τον θεατή για το κλίμα της ταινίας παρουσιάζει και ένα φόβο για μια διαχρονική παθογένεια του είδους.

Είναι δύσκολο, και συχνά τα αποτελέσματα αποθαρρυντικά, να συνοψίσεις μια πλοκή ενός  εκτεταμένου έργου φαντασίας σε κινηματογραφικό χρόνο. Οδηγείσαι λοιπόν στο να πετσοκόβεις το υλικό, ή στην εναλλακτική να διατηρείς άνισες ταχύτητες κατά την διάρκεια της ταινίας. Στην δεύτερη αυτή επιλογή, θα εκμεταλλευτείς τους διαλόγους και τα interactions των χαρακτήρων για να εξηγείς την πλοκή, ή το παρελθόν, ή ακόμη χειρότερα να αποκαλύπτεις σε διάφορους χαρακτήρες λεπτομέρειες και γεγονότα που δεν γινόταν να γνωρίζουν. Μιλάμε δηλαδή για flat διαλόγους που αδυνατούν να κάνουν το βασικό, να κρατήσουν κάποια αγωνία και να χτίσουν ουσιαστικά την προσωπικότητα των κεντρικών χαρακτήρων.

Προσωπικά έχω τον εξής κανόνα. Αν δεν μπορέσω κάπως να κατανοήσω  κάποιο χαρακτήρα αξιοποιώντας μόνο ότι μου δίνει η ταινία, δεν θα συγκινηθώ από τα plot twists ή τα finale.  Δεν ξέρω κατά πόσον είναι σωστή αυτή η οδός, είναι ένας μπούσουλας όμως για να εντοπίζω κάπως διεκπεραιωτικούς διαλόγους. Η συγκεκριμένη ταινία λοιπόν, αν και δεν είναι στα χάλια των Star Wars Prequels( I, II, III) μοιάζει να εμφανίζεται αρκετά κοντά σε αυτή την προσέγγιση αλλά με πολύ καλύτερα εφέ, όπως και σε μεγάλες παραγωγές τύπου Avatar. Σε σημεία προσπαθεί να ακουμπήσει θέματα κοινωνικής χροιάς, ίσως λίγο ατσούμπαλα, αλλά στην κύρια έκταση της παραμένει ευχάριστη μεν αλλά κατώτερη ίσως των προσδοκιών.

Οι 2 πρωταγωνιστές δεν διαθέτουν χημεία και συνήθως οι διάλογοι τους είναι αρκετά awkward, ενώ το σκόρπιο μέτριο humor μου θυμίζει γιατί με εκνευρίζουν αρκετά τέτοιες ταινίες, παρά ξανά το δυνατό cast. Δεν είμαι ελιτιστής για να πιστεύω πως πρέπει να ξεκαθαρίζουν εκ των προτέρων το target group τους, αλλά πρέπει να ξεκαθαρίζουν την ταυτότητα τους.

Αυτή είναι και η τελική μου αίσθηση, πως η ταινία δεν ήξερε πέρα από τα εκπληκτικά εφέ, τι ήθελε να πετύχει. Λίγο από την πεπατημένη των Star Wars, λίγο exploration και επιφανειακό κοινωνικό προβληματισμό από Star Trek, μαζί με ένα καλό μεν plot αλλά κακούς διαλόγους που χαλάνε σκηνές που οι ίδιοι χτίζανε νωρίτερα(π.χ. η όμορφη παραλία που αναζητούσε ο Valerian) η περιπέτεια του Valerian είναι διασκεδαστική, ευχάριστη, δεν είναι κακή αλλά σίγουρα δεν είναι και το κάτι παραπάνω.