Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

Blade Runner 2049 ( Film Review)



Έστω και καθυστερημένα, αποφασίσαμε ξεπερνώντας την προκατάληψη μας για ένα sequel, να δούμε το νέο Blade Runner. Το αρχικό, λογικά το έχουμε δει όλοι, κάποιοι το θεωρούν υπερεκτιμημένο, άλλοι ένα κάλτ διαμάντι, και μερικοί, μαζί με εμένα, μια τρομερή στιγμή στον μύθο της επιστημονικής φαντασίας, που λάμπει ανάμεσα  σε όλα της τα μειονεκτήματα και τις χοντροκομμένες άκρες. Το έργο, βασίζεται στο Ηλεκτρικό Πρόβατο του τεράστιου Philip K. Dick, και μέσα από την τρομερή δυστοπική noir αισθητική του, την cyberpunk εικονογραφία και το τρομερό soundtrack ( Vangelis τι συζητάμε τώρα) είναι μια ταινία που έχει απασχολήσει με κάποιο  τρόπο κάθε σινεφίλ.



Θα επιχειρήσουμε να επικεντρωθούμε χωρίς spoilers στους λόγους που αξίζει κανείς να δει την ταινία, ανεξαρτήτως αν έχει δει την αυθεντική, και να της προσδώσουμε την αξία που της αξίζει, σε σχέση με τόσο την αυθεντική όσο και με το είδος γενικότερα. Ας ξεκινήσουμε λέγοντας το προφανές, φυσικά και αξίζει να την δει κάποιος καθώς απέχει αρκετά από το να είναι μέτρια. Η φωτογραφία, η εικόνα, οι φωτισμοί τα χρώματα  που επιλέγονται σε συνδυασμό με το συγκλονιστικό μεν, υποδεέστερο δε του αυθεντικού soundtrack του Παπαθανασίου, του πετυχημένου Ηans Zimmer  δημιουργούν ένα οπτικοακουστικό υπερθέαμα, μια πανδαισία για τις αισθήσεις. Δεν ξέρω πόσες ταινίες μπορούν να πετύχουν μια τέτοια κινηματογραφικότητα, και θεωρώ δεδομένη ( ε αν κάνω λάθος, κρίμα) την βράβευση της ταινίας ως προς αυτές τις παραμέτρους. Τα στάνταρ που πετυχαίνει το crew του Ντένι Βιλνέβ είναι δυσθεώρητα κατά τα ερασιτεχνικά μας μάτια.

Το πραγματικό ζουμί της υπόθεσης όμως είναι στην πλοκή, και εκεί θα πρέπει, όταν μιλάμε για επιστημονική φαντασία. Σε μια εποχή που το είδος σημειώνει τεράστια επιτυχία στα box office και έχει ανέλθει στην επιφάνεια, οι περισσότερες ταινίες κινούνται γύρω από υπερηρωικές μυθοπλασίες ή cgi εχτραβαγκάνζες αποσκοπώντας στην οικονομική τους επιτυχία. Ένα sequel όμως στο Blade Runner δεν θα μπορούσε επ’ ουδενί, να είναι κάτι τέτοιο αν ήθελε τουλάχιστον να σέβεται τον εαυτό του. Ο Ντένι Βιλνέβ (Arrival μεταξύ άλλων) είναι ένας σκηνοθέτης που πλέον με αργά και σταθερά βήματα καθιερώνεται άσχετα αν μερικά από τα έργα του θα μπορούσε κανείς να τα θεωρήσει υπερεκτιμημένα.

Εδώ, σεβόμενος απόλυτα  το αυθεντικό όραμα του Ridley Scott θα πατήσει πάνω σε όλα όσα έκαναν το αρχικό Blade Runner ξεχωριστό. Θα πετύχει με την δική του σύγχρονη οπτική, μια ισορροπία μεταξύ μεγάλης διάρκειας και καθηλωτικής εξέλιξης, όχι τόσο λόγω της τρομερής πλοκής( θα επανέλθω), όσο του ότι ξέρει πώς να πετύχει μια συμμετρία μες την απλότητα. Εμβληματικές σκηνές διαδέχονται η μία την άλλη, ενώ φιλοσοφικά ερωτήματα ξεπροβάλλουν νωρίς δειλά δειλά για να ενισχυθούν μέχρι να φτάσουμε στην τελική πράξη(ίσως και το δυνατότερο χαρτί της ταινίας) και να παίξουν με την οπτική του θεατή όσο και με την αντικειμενική φύση του τι εστί αλήθεια.

Φυσικά, ο σεβασμός προς την πηγή, δεν είναι διακοσμητικός αλλά ουσιώδης. Ο Βιλνέβ, επιλέγει να πατήσει μεν στο τι συνέβη στον κόσμο του ΒR πριν 30 χρόνια, στα ίδια ερωτήματα που μπήκαν εντονότερα τότε, αλλά δεν μένει εκεί.Το σενάριο δεν είναι τόσο πρωτότυπο, είναι όμως στιβαρό χωρίς κενά, απλοϊκό όσο πρέπει και ενδιαφέρον όσο χρειάζεται. Ο Βιλνέβ κερδίζει το στοίχημα της αντιγραφής, που φαινόταν να χάνει με την επανάληψη των ίδιων ερωτημάτων και την αποφυγή ουσιαστικών απαντήσεων σε αυτά του πρωτότυπου, με την αξιοποίηση του Ντέκαρντ. Όταν η πλοκή απαιτεί την επανεμφάνιση του εξαφανισμένου για 30 χρόνια αρχικού BR, τότε δεν μιλάμε για παρελθοντολαγνεία αλλά για ουσιαστική αξιοποίηση τόσο στην πλοκή όσο και στην cyberpunk δραματουργία, στην οποία το κάστ με τις ποιοτικές ερμηνείες του έχει συνεισφέρει τα μέγιστα. Από τις γυναίκες ηθοποιούς αποκαλύψεις, μέχρι την ερμηνεία του Gosling που με έκανε να καταπιώ τα λόγια μου, φτάνουμε στον τιτάνα Harisson Ford και την συγκλονιστική του παρουσία.

Η ταινία εμβαθύνει στην δυστοπία του σύμπαντος, αφήνει στην άκρη την noir αστυνομική ένταση του αρχικού, και πατάει στην αναζήτηση απαντήσεων, δίνοντας μια μικρή μεν αλλά ουσιαστική ένεση πρωτοτυπίας. Η ταινία κλείνοντας, είναι ένα οπτικοακουστικό υπερθέαμα, που προσκυνάει το αυθεντικό  BR αλλά προσπαθεί με πολύ μικρές πινελιές να δείξει ότι μπορεί να σταθεί αυτόνομα. Ίσως οι συγκρίσεις την αδικούν(εντάξει σίγουρα) αλλά στέκεται επάξια μόνη της, δείχνοντας ελπίζουμε τον δρόμο στην βιομηχανία του κινηματογράφου για το τι σημαίνει ποιότητα στο sci-fi.